Μαρξιστικό Δελτίο

Το Μαρξιστικό Δελτίο έχει σκοπό να διαδώσει την επαναστατική θεωρία και να παρουσιάσει τον διάλογο των επαναστατικών ιδεών * Από τους κλασσικούς μέχρι τους σύγχρονους επαναστάτες διανοούμενους και αγωνιστές * Τίποτα το ανθρώπινο δεν μου είναι ξένο (Κ. Μαρξ) * thanasis.ane@gmail.com

Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2015

Andrés Nin - Οι Ημέρες Του Μάη Στη Βαρκελώνη (1937)

Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τον Αντρές Νιν και υιοθετήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του POUM στις 12 Μάη 1937 υπό τον τίτλο “Η Σημασία και οι Επιπτώσεις των Ημερών του Μάη ενάντια στην Αντεπανάσταση”.

Andrés Nin

Οι Ημέρες του Μάη στη Βαρκελώνη

Εισαγωγικό σημείωμα της μετάφρασης

Ο Αντρές Νιν (1892-1937) υπήρξε αρχικά μέλος της αναρχοσυνδικαλιστικής CNT αλλά το 1921 αποχώρησε από την οργάνωση και συμμετείχε στην ίδρυση του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ταξίδεψε στη Σοβιετική Ένωση, όπου συνδέθηκε με την Αριστερή Αντιπολίτευση και συνεργάστηκε στενά με τον Τρότσκι. Μετά την επιστροφή του στην Ισπανία, ήρθε σε ρήξη με τον Τρότσκι και το 1935 ίδρυσε μαζί με τον Χοακίν Μαουρίν το Εργατικό Κόμμα Μαρξιστικής Ενοποίησης (POUM). Την περίοδο της Ισπανικής Επανάστασης, η επιρροή του POUM συγκεντρωνόταν κυρίως στην περιοχή της Καταλονίας. Ο Νιν συμμετείχε για λίγο ως υπουργός Δικαιοσύνης στην τοπική Καταλανική κυβέρνηση (Generalidad) αλλά αποπέμφθηκε το Δεκέμβρη του 1936, μετά από απειλές και πιέσεις που ασκήθηκαν από τη Ρωσική πρεσβεία. Το POUM στάθηκε ανοιχτά στο πλευρό των εξεγερμένων εργατών κατά τη διάρκεια των Ημερών του Μάη στη Βαρκελώνη. Λίγες μέρες αργότερα, το κόμμα τέθηκε εκτός νόμου από τη Δημοκρατική κυβέρνηση και τα περισσότερα ηγετικά στελέχη του συνελήφθησαν. Ο ίδιος ο Νιν βασανίστηκε και εκτελέστηκε από πράκτορες της σταλινικής μυστικής αστυνομίας (NKVD) στις 20 Ιούνη 1937. Το κείμενο που ακολουθεί γράφτηκε από τον Νιν και υιοθετήθηκε από την Κεντρική Επιτροπή του POUM στις 12 Μάη 1937 υπό τον τίτλο “Η Σημασία και οι Επιπτώσεις των Ημερών του Μάη ενάντια στην Αντεπανάσταση”.

Φλεβάρης 2015

Τα τραγικά γεγονότα της Βαρκελώνης στις αρχές του Μάη δεν οφείλονταν, όπως υποστηρίχθηκε, σε ένα ξέσπασμα ανοησίας ή σε μια πράξη συλλογικής τρέλας. Γεγονότα τέτοιου μεγέθους – τα οποία έριξαν στη μάχη ένα μεγάλο τμήμα των μαζών, έλουσαν στο αίμα τους δρόμους της Καταλανικής πρωτεύουσας και στοίχισαν τη ζωή σε εκατοντάδες ανθρώπους – δε δημιουργούνται από ένα καπρίτσιο: ήταν η αντίδραση σε βαθιά και σημαντικά αίτια.

Αφήνουμε τους συναισθηματικούς μικροαστούς να “θρηνήσουν” για όσα συνέβησαν και δε σταματάμε να διερευνούμε τις αιτίες των γεγονότων. Αφήνουμε τους αντεπαναστάτες – που ενδιαφέρονται μόνο για την καταστολή της επανάστασης – να καταδικάσουν το κίνημα. Το καθήκον των αληθινών επαναστατών είναι να εξετάσουν τι προκάλεσε τα γεγονότα και να αντλήσουν τα αναγκαία διδάγματα.

Η στρατιωτική-φασιστική ανταρσία

Η φασιστική ανταρσία της 19 Ιούλη δεν ήταν μια απλή στασιαστική ενέργεια μερικών “προδοτών” στρατιωτικών αλλά η κορύφωση – με οξεία και βίαιη μορφή – του αγώνα που είχε ξεκινήσει στην Ισπανία ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση. Οι δημοκρατικές αυταπάτες των μαζών είχαν κλονιστεί σοβαρά αλλά αναζωογονήθηκαν χάρη στη νίκη του εργατικού-δημοκρατικού συνασπισμού στις εκλογές της 16 Φλεβάρη και τον συνακόλουθο σχηματισμό μιας κυβέρνησης της Αριστεράς. Η εργατική τάξη αντιλήφθηκε σύντομα ότι η αντίδραση – παρά την ήττα της στην κάλπη – δεν είχε αφοπλιστεί αλλά, αντιθέτως, προετοιμαζόταν με ακόμα μεγαλύτερη ένταση να εξεγερθεί με σκοπό να εμποδίσει την πρόοδο της προλεταριακής επανάστασης και να επιβάλει ένα δικτατορικό καθεστώς.

Η ανταρσία του Ιούλη συνέβη μετά από πέντε μήνες εμπειρίας μιας νέας κυβέρνησης που κατέδειξε την απόλυτη ανικανότητα της μικροαστικής Αριστεράς να θέσει τέρμα στον φασιστικό κίνδυνο και να λύσει με προοδευτικό τρόπο τα πολλά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα. Επιβεβαίωσε πλήρως την άποψη που εκφράστηκε επανειλημμένως από το POUM ότι η νέα εμπειρία της Αριστεράς θα αποτύγχανε και ότι η πάλη δε διεξαγόταν ανάμεσα στη δημοκρατία και το φασισμό αλλά ανάμεσα στο φασισμό και το σοσιαλισμό, ότι αυτή η πάλη θα έπαιρνε ένοπλη μορφή και δε θα μπορούσε να επιλυθεί υπέρ των εργατών παρά μόνο με τη νίκη της προλεταριακής επανάστασης, η οποία θα έλυνε τα προβλήματα της αστικής δημοκρατικής επανάστασης και θα ξεκινούσε τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Πόλεμος και επανάσταση

Χάρη στον υπέροχο ηρωισμό της εργατικής τάξης – που ήταν ακλόνητα αποφασισμένη να παλέψει μέχρι θανάτου για να αποτρέψει τη νίκη του φασισμού – η στρατιωτική ανταρσία συντρίφτηκε στις 19 Ιούλη στη Βαρκελώνη, στη Μαδρίτη και στη Βαλένθια. Χάρη στον τεράστιο ηρωισμό που έδειξαν στα πεδία των μαχών χιλιάδες εργάτες οι οποίοι συμμετείχαν άμεσα και με ενθουσιασμό στις πολιτοφυλακές, ο Φράνκο δεν κατάφερε να πετύχει μια νίκη που θεωρούσε ότι θα ήταν γρήγορη και βέβαιη αλλά που μοιάζει ολοένα λιγότερο πιθανή μετά από δέκα μήνες εμφύλιου πολέμου.

Τη στιγμή που η φασιστική ανταρσία συντριβόταν στις πιο σημαντικές πόλεις και ο στρατιωτικός αγώνας ξεκινούσε στο μέτωπο, οι εργάτες σχημάτιζαν επαναστατικές επιτροπές και καταλάμβαναν τα εργοστάσια ενώ οι αγρότες καταλάμβαναν τη γη και έκαιγαν τα μοναστήρια και τις εκκλησίες – αυτά τα κέντρα της φασιστικής αντίδρασης. Με δυο λόγια, η επανάσταση ξεκινούσε και τα παλιά όργανα της αστικής εξουσίας μετατρέπονταν σε φαντάσματα. Επομένως, ο πόλεμος και η επανάσταση ήταν αδιαχώριστοι μεταξύ τους από την πρώτη στιγμή. Έχοντας κατατροπώσει την ανταρσία, οι εργάτες ξεκίνησαν το έργο της επανάστασης – της οποίας τις κατακτήσεις υπερασπίζονταν και συνεχίζουν να υπερασπίζονται στα χαρακώματα. Ο ισχυρισμός του Κομμουνιστικού Κόμματος Ισπανίας (PCE) και του Ενωμένου Σοσιαλιστικού Κόμματος Καταλονίας (PSUC) ότι οι εργάτες μάχονται υπέρ της δημοκρατίας στο μέτωπο αποτελεί προδοσία έναντι του προλεταριάτου και προετοιμάζει το έδαφος για μια νέα, νικηφόρα επίθεση της φασιστικής αντίδρασης.

Κανένας δεν πρέπει να δεχθεί το επιχείρημα ότι ο αγώνας στα μετόπισθεν για τη σοσιαλιστική επανάσταση ευνοεί τα σχέδια του εχθρού στο μέτωπο. Αντίθετα, μόνο μια θαρραλέα επαναστατική πολιτική – μια πολιτική που θα είναι κατηγορηματικά σοσιαλιστική – μπορεί να δώσει στους μαχητές το κουράγιο και την ηθική δύναμη που θα τους κάνει ανίκητους και να οργανώσει την οικονομία και την πολεμική βιομηχανία με την αναγκαία αποτελεσματικότητα ώστε να επιτευχθεί μια γρήγορη και συντριπτική στρατιωτική νίκη.

Η πρόοδος της αντεπανάστασης

Ωστόσο, η δημοκρατική αστική τάξη εκμεταλλεύτηκε τις “δυσκολίες του πολέμου” και εργάστηκε επίμονα και συστηματικά για την κατάπνιξη της προλεταριακής επανάστασης, χρησιμοποιώντας ως εργαλείο τα ρεφορμιστικά κόμματα – ιδίως το επίσημο Κομμουνιστικό Κόμμα και το PSUC. Οι κατακτήσεις της εργατικής τάξης περικόπηκαν σταδιακά και οι οργανώσεις και οι εφημερίδες της υπέστησαν διώξεις με σκοπό την αποκατάσταση της αστικής κρατικής μηχανής και την κατοχύρωση της καπιταλιστικής εξουσίας.

Τα κύρια σημεία του αντεπαναστατικού σχεδίου ήταν τα εξής: η απομάκρυνση του POUM από την κυβέρνηση της Καταλονίας (Generalidad), o μερικός – ως τώρα – αφοπλισμός της εργατικής τάξης, η δίωξη του οργάνου της CNT στη Μαδρίτη, η αναστολή λειτουργίας της εφημερίδας La Batalla, η κατάσχεση του τυπογραφείου Combatiente Rojo και του ραδιοφωνικού σταθμού του κόμματός μας στην πρωτεύουσα της Δημοκρατίας, η σύλληψη της περιφερειακής επιτροπής της CNT στην Μπισκάγια, η αναστολή λειτουργίας της εφημερίδας Nosotros στη Βαλένθια, η φυλάκιση του Μαρότο, ενός γενναίου αναρχικού αγωνιστή στην Αλμερία, τα διατάγματα για τη δημόσια τάξη και η κατάργηση των λαϊκών δικαστηρίων στην Καταλονία, η εχθρική στάση απέναντι στις επαναστατικές σημαίες με σκοπό την αντικατάστασή τους από μια “εθνική” σημαία, η προσπάθεια ανασύστασης του παλιού αστικού στρατού με τη δημιουργία ενός Λαϊκού Στρατού αυτομάτων, χωρίς επαναστατικό πνεύμα, στην υπηρεσία της αστικής δημοκρατίας, η θεσμοθέτηση της πολιτικής λογοκρισίας, η επίθεση ενάντια στις περιπολίες ελέγχου κ.λπ.

Παράλληλα με τη δημιουργία αυτού του αντεπαναστατικού σχεδίου, διεξάχθηκε μια συστηματική εκστρατεία ενάντια στη CNT και το POUM με σκοπό τη δυσφήμιση και την απαξίωσή μας, καταγγέλλοντας τα μέλη μας – που συνέβαλαν με αυτοθυσία και ηρωισμό στον πόλεμο ενάντια στο φασισμό – ως πράκτορες του Χίτλερ και του Μουσολίνι, καταφεύγοντας σε κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο, προκειμένου να εδραιώσουν το μονοπώλιο ενός κόμματος που ήταν αρχικά κομμουνιστικό και επαναστατικό αλλά σήμερα έχει παραδοθεί ψυχή τε και σώματι στην αστική τάξη, σχεδιάζοντας ελιγμούς και εκστρατείες ενάντια στις επιτροπές, σαμποτάροντας την κολεκτιβοποίηση της οικονομίας, τερματίζοντας τον έλεγχο της διανομής και των πωλήσεων για να ωφεληθούν οι κομπιναδόροι και οι κερδοσκόποι, οργανώνοντας επιδεικτικές και προβοκατόρικες διαδηλώσεις και, τελικά, δημιουργώντας μια εντελώς αδικαιολόγητη στάση ιδεολογικής εχθρότητας στο εσωτερικό της κρατικής δύναμης απέναντι στις επαναστατικές οργανώσεις της εργατικής τάξης.

Η προβοκάτσια

Οι ενέργειες αυτές προκάλεσαν μια δικαιολογημένη αναστάτωση στην εργατική τάξη, η οποία ανησυχούσε βλέποντας ότι αυτά που είχε κερδίσει υφαρπάζονταν από την προελαύνουσα αντεπανάσταση. Από τη μεριά του, ο ρεφορμισμός – άμεσος εκπρόσωπος της αντεπανάστασης – ενθαρρύνθηκε από τις προόδους του, έγινε θρασύτερος και εντατικοποίησε την προκλητική πολιτική του. Την εβδομάδα πριν τα τραγικά γεγονότα, οι επαναστάτες εργάτες ζούσαν σε μια κατάσταση νευρικής έντασης που κορυφώθηκε με την προσπάθεια των καραμπινιέρων να καταλάβουν την Φιγκέρες, με τα γεγονότα στην Πουιγσέρδας και με την κηδεία του αγωνιστή της UGT Ρολδάν Κορτάδα, ο οποίος υπήρξε θύμα ενός εγκλήματος που δε διστάσαμε να καταδικάσουμε έντονα και που παρείχε το πρόσχημα για την οργάνωση μιας διαδήλωσης καθαρά αντεπαναστατικού χαρακτήρα.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες, το απόγευμα της 3 Μάη η αστυνομία – υπό τις διαταγές του Α. Αϊγουαδέ, υπουργού εσωτερικής ασφάλειας και αντιπροσώπου της Esquerra στην κυβέρνηση της Καταλονίας και με την άμεση και προσωπική καθοδήγηση του Ροντρίγκεζ Σάλας, γενικού επιτρόπου δημόσιας τάξης και μέλους του PSUC – προσπάθησε να καταλάβει το κτίριο του τηλεφωνικού κέντρου που βρισκόταν υπό τον έλεγχο μιας εργατικής οργάνωσης. Θεώρησε ώριμες τις συνθήκες για να επιτεθεί σε μια από τις θέσεις που είχε κατακτήσει το προλεταριάτο τον Ιούλη. Ήταν μια δοκιμαστική επιχείρηση, όχι ακόμα μια αποφασιστική και συνολική επίθεση, αλλά οι υπολογισμοί της αποδείχτηκαν εσφαλμένοι. Οι εργάτες στο τηλεφωνικό κέντρο απάντησαν δυναμικά στην επίθεση και ακολούθησε μια βίαιη αντιπαράθεση. Η κυβέρνηση και οι συνδικαλιστικές επιτροπές παρενέβησαν γρήγορα και δημοσίευσαν μια πολύ αόριστη δήλωση που έδινε την εντύπωση ότι η διαμάχη θα λυνόταν.

Αλλά οι οργισμένοι εργάτες δεν ήταν ικανοποιημένοι. Κατάλαβαν ότι αυτή η ενέργεια δεν ήταν μεμονωμένη, ότι οι κατακτήσεις τους βρίσκονταν σε κίνδυνο, και πήραν αυθόρμητα τα όπλα, περικύκλωσαν το τηλεφωνικό κέντρο, ύψωσαν οδοφράγματα σε ολόκληρη την πόλη και ξεκίνησαν έναν αιματηρό αγώνα που ήταν πρωτοφανής στην ιστορία του επαναστατικού κινήματος ως προς την έκταση και τη βία του, αφήνοντας πίσω εκατοντάδες νεκρούς και τραυματίες.

Τα ρεφορμιστικά στοιχεία ισχυρίστηκαν ότι η σθεναρή αντίδραση του προλεταριάτου της Βαρκελώνης ήταν το αποτέλεσμα μιας φασιστικής προβοκάτσιας που ενθαρρύνθηκε από το κόμμα μας. Καθώς είναι μάστορες στη συκοφαντία και τη δυσφήμιση, κατηγόρησαν τους επαναστάτες για την αιματοχυσία προσπαθώντας να αποφύγουν τις δικές τους τεράστιες ευθύνες.

Οι Ημέρες του Μάη ήταν η άμεση συνέπεια μιας τερατώδους προβοκάτσιας εκ μέρους του PSUC. Για να εφαρμόσει τα σχέδιά του χρησιμοποίησε τον Ροντρίγκεζ Σάλας, αυτό το κάθαρμα που μιμήθηκε τον Νόσκε και πρόδωσε το επαναστατικό προλεταριάτο. Κάτω από αυτές τις περιστάσεις, η παρουσίαση των γεγονότων του Μάη ως “αδελφοκτόνας μάχης”, ως βίαιης αναμέτρησης “των δύο συνδικαλιστικών κέντρων” αποτελεί μια συνειδητή διαστρέβλωση, καθώς όλοι γνωρίζουν πολύ καλά ότι η μάχη ξέσπασε ανάμεσα στους επαναστάτες εργάτες – στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν και ορισμένα μέλη της UGT – και σε ένα τμήμα της αστυνομίας. Το πρόβλημα που λύθηκε στους δρόμους δεν ήταν απλώς ένα πρόβλημα αντιπαλότητας μεταξύ των συνδικάτων αλλά ένα πολύ βαθύτερο πρόβλημα. Οι εργάτες που βγήκαν στους δρόμους με τα όπλα στα χέρια εκπροσωπούσαν τα συμφέροντα του προλεταριάτου σε εκείνη την ιστορική στιγμή.

Η στάση του POUM

Το κόμμα μας τόνισε πρόσφατα επανειλημμένως την ανάγκη να δοθεί μια πολιτική λύση στα προβλήματα που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια του πολέμου και της επανάστασης. Δηλώσαμε μάλιστα ότι η εργατική τάξη θα μπορούσε να πάρει την εξουσία χωρίς να χρειαστεί να καταφύγει στην ένοπλη εξέγερση: θα ήταν αρκετό να χρησιμοποιήσει την τεράστια επιρροή της ώστε να κλίνει υπέρ της ο συσχετισμός δυνάμεων και να δημιουργηθεί μια εργατική και αγροτική κυβέρνηση χωρίς κανενός είδους βία. Η αποτυχία να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα με αυτούς τους όρους, σε πολιτικό επίπεδο, θα δημιουργούσε αργά ή γρήγορα μια βίαιη έκρηξη της συσσωρευμένης οργής της εργατικής τάξης και, επομένως, ένα κίνημα που θα ήταν αυθόρμητο, χαοτικό και θα στερούταν άμεσης προοπτικής.

Οι προβλέψεις μας επιβεβαιώθηκαν. Η προβοκατόρικη στάση της αντεπανάστασης προκάλεσε την έκρηξη. Αλλά εφόσον οι εργάτες βρέθηκαν στους δρόμους, το κόμμα μας έπρεπε να πάρει θέση. Ποια θα ήταν αυτή; Να μείνει έξω από το κίνημα, να το καταδικάσει ή να το υποστηρίξει; Η επιλογή μας δεν ήταν δύσκολη. Η πρώτη και η δεύτερη στάση δεν ταίριαζαν με το χαρακτήρα μας ως επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης. Έτσι, επιλέξαμε χωρίς κανένα δισταγμό την τρίτη στάση: προσφέραμε την ενεργητική αλληλεγγύη μας στο κίνημα, μολονότι γνωρίζαμε εκ των προτέρων ότι δεν μπορούσε να πετύχει.

Αν η απόφαση ήταν δική μας, δε θα είχαμε αποφασίσει να γίνει η εξέγερση διότι η στιγμή δεν ήταν ευνοϊκή για μια αποφασιστική δράση. Αλλά οι επαναστάτες εργάτες, δικαιολογημένα αγανακτισμένοι ως θύματα της προβοκάτσιας, ρίχτηκαν στη μάχη κι εμείς δε θα μπορούσαμε να τους εγκαταλείψουμε. Οποιαδήποτε διαφορετική επιλογή εκ μέρους μας θα ήταν μια ασυγχώρητη προδοσία.

Έπρεπε να πράξουμε με αυτόν τον τρόπο όχι μόνο επειδή είμαστε ένα επαναστατικό κόμμα, ηθικά υποχρεωμένο να στέκεται δίπλα στους εργάτες όταν αυτοί – ορθά ή εσφαλμένα – ρίχνονται στη μάχη για να υπερασπιστούν τις κατακτήσεις τους αλλά και λόγω της ανάγκης να βοηθήσουμε στην καθοδήγηση ενός κινήματος που είχε πολλές χαοτικές πλευρές εξαιτίας του αυθορμητισμού του, προκειμένου να αποφευχθεί ο μετασχηματισμός του σε ένα άγονο πραξικόπημα που θα κατέληγε σε μια αιματηρή ήττα για το προλεταριάτο.

Η ένοπλη σύγκρουση εξελίχθηκε με αυτόν τον τρόπο λόγω της ώθησης των επαναστατών εργατών και της σημασίας των στρατηγικών θέσεων που κατείχαν, καθιστώντας δυνατή την κατάληψη της εξουσίας. Αλλά το κόμμα μας, ως μειοψηφική δύναμη μέσα στο εργατικό κίνημα, δεν μπορούσε να αναλάβει την ευθύνη να κηρύξει ένα τέτοιο σύνθημα με δεδομένη τη στάση των ηγετών της CNT και της FAI, των οποίων ο ραδιοφωνικός σταθμός στη Βαρκελώνη καλούσε επειγόντως τους εργάτες να εγκαταλείψουν άμεσα τον αγώνα, δημιουργώντας σύγχυση και αμηχανία στους μαχητές. Σε αυτές τις περιστάσεις, η έκκληση στους εργάτες να καταλάβουν την εξουσία θα ισοδυναμούσε με την έναρξη ενός πραξικοπήματος που θα είχε μοιραίες συνέπειες για το προλεταριάτο.

Ήταν αναγκαία η παροχή περιορισμένων συνθημάτων για το κίνημα. Αυτό έκανε το κόμμα μας, απαιτώντας την αποπομπή του Ροντρίγκεζ Σάλας και του Αϊγουαδέ που ήταν άμεσα υπεύθυνοι για την προβοκάτσια, την ακύρωση των αντιδραστικών διαταγμάτων για τη δημόσια τάξη και τη δημιουργία επιτροπών για την υπεράσπιση της επανάστασης. Όταν εκτιμήσαμε ότι η συνέχιση του κινήματος θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε αποτυχία – όχι εξαιτίας της έλλειψης μαχητικού πνεύματος εκ μέρους των εργατών, που είχαν πετύχει πραγματικά τεράστια κατορθώματα ηρωισμού, αλλά εξαιτίας του αποπροσανατολισμού που προκλήθηκε από τη στάση των ηγετικών επιτροπών των επαναστατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων – θεωρήσαμε ότι ήταν προς το συμφέρον του προλεταριάτου να δοθεί τέλος στη σύγκρουση.

Αλλά για να συμβεί αυτό, θεωρήσαμε ότι ήταν απαραίτητοι δύο όροι: να αποσυρθούν οι κρατικές δυνάμεις και να κρατήσουν οι εργάτες τα όπλα τους. Η συνεχιζόμενη παρουσία των κρατικών δυνάμεων στους δρόμους θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ήττα της εργατικής τάξης που, στην πραγματικότητα, είχε προβεί μόνο σε μια στρατηγική υποχώρηση. Επιπλέον, θα αποτελούσε μια πρόκληση που θα μπορούσε να ενθαρρύνει καινούριες βίαιες συγκρούσεις. Ο αφοπλισμός θα σήμαινε ότι το προλεταριάτο στερείται την πιο αξιόπιστη εγγύηση των κατακτήσεών του και τα μέσα για να αντισταθεί σε οποιαδήποτε αντεπαναστατική απόπειρα ή σε ένα φασιστικό πραξικόπημα. Το πρωί της 8 Μάη συμβουλεύσαμε τους εργάτες να εγκαταλείψουν τη μάχη και να επιστρέψουν στη δουλειά, ενώ ταυτόχρονα προωθούσαμε αυτά τα συνθήματα.

Δηλώνουμε περήφανα ότι η στάση του κόμματός μας, του οποίου το κύρος αυξήθηκε σημαντικά στις τάξεις των επαναστατών εργατών, συνέβαλε αποτελεσματικά στον τερματισμό της αιματηρής πάλης που έλαβε χώρα στους δρόμους της Βαρκελώνης και απέτρεψε την άγρια καταστολή του εργατικού κινήματος.

Κάθε έντιμος άνθρωπος που διαβάζει αυτή τη σύντομη περιγραφή των απαρχών, της εξέλιξης και της έκβασης των Ημερών του Μάη μπορεί εύκολα να αντιληφθεί τις αληθινές αιτίες της τραγωδίας. Το κόμμα μας, που τώρα γίνεται στόχος επίθεσης από κάθε είδους αντεπαναστάτες, δεν έπαιξε κανένα ρόλο στην πρόκληση της τραγωδίας – σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς εκείνων που έχουν μοναδικό σκοπό να υπερασπιστούν τα συμφέροντα της αστικής τάξης και να καταπνίξουν την ένδοξη επανάσταση που ξεκίνησε στις 19 Ιούλη – και εκπλήρωσε με αυστηρότητα το καθήκον που του επιβάλλεται από την ακλόνητη πίστη του στην υπόθεση των εργατών.

Τα διδάγματα από τις Ημέρες του Μάη

Η εργατική τάξη πρέπει να αντλήσει τα αναγκαία διδάγματα από τις αιματηρές Ημέρες του Μάη – οι οποίες θα έχουν σίγουρα τεράστια σημασία για τη μελλοντική εξέλιξη της Ισπανικής επανάστασης – προκειμένου να μην αποβούν μάταιες οι γενναίες θυσίες της.

Πρώτο δίδαγμα. Η άφθονη προπαγάνδα που διεξάγεται τους τελευταίους μήνες από τη μικροαστική τάξη και το ρεφορμισμό υπέρ της αντιφασιστικής ενότητας έχει μοναδικό σκοπό να εκμεταλλευθεί την επιθυμία των εργατικών μαζών για ενότητα και το μίσος τους για το φασισμό προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση και να αποκαταστήσει την αστική κρατική μηχανή.

Δεύτερο δίδαγμα. Η εκστρατεία που διεξάγεται υπό τα συνθήματα “Πρώτα να κερδίσουμε τον πόλεμο και μετά να κάνουμε την επανάσταση” και “Τα πάντα για τον πόλεμο” συγκαλύπτει τον πραγματικό σκοπό, που είναι η καταστολή της επανάστασης. Αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για να αφεθούν ελεύθερα τα χέρια που θα διαπραγματευθούν μια “λευκή” ειρήνη. Η σταδιακή κατάπνιξη των επαναστατικών κατακτήσεων, η απειλή της ξένης επέμβασης που επρόκειτο να συμβεί όταν ξένα πολεμικά πλοία κατέπλευσαν στο λιμάνι της Βαρκελώνης, οι ολοένα πιο επίμονες φήμες για έναν πιθανό “εναγκαλισμό της Μπεργάρα” (1) παρέχουν σαφείς αποδείξεις γι’ αυτό, καθώς συμπίπτουν με την προβοκάτσια της 3 Μάη.

Τρίτο δίδαγμα. Για το προλεταριάτο και για την επίτευξη της στρατιωτικής νίκης υπάρχει μόνο ένας προοδευτικός δρόμος για την έξοδο από την παρούσα κατάσταση: η κατάκτηση της εξουσίας. Αυτή η κατάκτηση ήταν εφικτή κατά τη διάρκεια των Ημερών του Μάη αλλά δεν πραγματοποιήθηκε επειδή οι παραδοσιακές οργανώσεις, εμπνευσμένες από το αναρχικό δόγμα, δεν αντιμετώπισαν το πρόβλημα και επειδή το κόμμα μας, που δε σταμάτησε να θέτει αυτό το ζήτημα σε όλη την πορεία της επανάστασης, είναι μια νεαρή και μειοψηφική οργάνωση που δεν έχει αρκετή υποστήριξη για να αναλάβει την ευθύνη να καθοδηγήσει τον αγώνα. Η άμεση και θεμελιώδης αποστολή του προλεταριάτου είναι να προετοιμαστεί για την ανατροπή της πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης.

Κατά συνέπεια, είναι απαραίτητο να σχηματιστεί ένα “Εργατικό Επαναστατικό Μέτωπο”, δηλαδή μια συμμαχία εκείνων των εργατικών οργανώσεων που είναι έτοιμες να δημιουργήσουν ένα φραγμό ενάντια στην προέλαση της αστικής αντεπανάστασης και να οδηγήσουν την προλεταριακή επανάσταση προς τα εμπρός. Μια από τις συγκεκριμένες μορφές αυτού του Εργατικού Επαναστατικού Μετώπου μπορεί να είναι οι ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, οι οποίες πρέπει να δημιουργηθούν άμεσα σε όλους τους χώρους εργασίας, σε όλες τις γειτονιές, σε όλες τις περιοχές, και οι οποίες πρέπει να συντονίζουν τη δραστηριότητά τους μέσω μιας ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ που θα εκφράζει τη βούληση όλων των επιτροπών.

Τέταρτο δίδαγμα. Η νίκη της εργατικής τάξης είναι αδύνατη χωρίς μια υπεύθυνη ηγεσία η οποία ξέρει τι θέλει και πού πηγαίνει, και η οποία συντονίζει τον αγώνα. Το ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ μπορεί να είναι η αναγκαία βάση αυτής της ηγεσίας.

Πέμπτο δίδαγμα. Η στάση του Ισπανικού Κομμουνιστικού Κόμματος και του θυγατρικού του PSUC στην Καταλονία τις Ημέρες του Μάη απέδειξε ότι αυτά τα κόμματα δεν αντιπροσωπεύουν απλώς μια ρεφορμιστική τάση στο εσωτερικό του εργατικού κινήματος αλλά αποτελούν την πρωτοπορία και το όργανο της αστικής αντεπανάστασης. Για το λόγο αυτό, ενώ το μέτωπο με τα συγκεκριμένα κόμματα – όπως και με τις μικροαστικές οργανώσεις – είναι απαραίτητο για την πάλη ενάντια στο φασισμό, οποιαδήποτε δυνατότητα κοινής πολιτικής δράσης πρέπει να αποκλειστεί. Οι εκπρόσωποι του επαναστατικού προλεταριάτου και των δημίων της εργατικής τάξης δεν μπορούν να κάθονται στο ίδιο τραπέζι. Σε αυτό το Λαϊκό Αντιφασιστικό Μέτωπο, που είναι συνώνυμο με την ταξική συνεργασία και την αστική αντεπανάσταση, πρέπει να αντιτάξουμε το ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ! ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ!

Η πάλη που βρίσκεται σε εξέλιξη ανάμεσα στην επανάσταση και την αντεπανάσταση στην Ισπανία εισέρχεται τώρα σε μια νέα φάση όπου το προλεταριάτο, έχοντας αντλήσει διδάγματα από την εμπειρία αυτών των μηνών του αγώνα και κυρίως από τις εξαιρετικές Ημέρες του Μάη, πρέπει να κατευθύνει όλες τις δυνάμεις του στην ενίσχυση της ταξικής του ανεξαρτησίας, στην υπεράσπιση των κατακτήσεων της επανάστασης και στην προετοιμασία για την κατάληψη της εξουσίας ως αναγκαία προϋπόθεση για την εγκαθίδρυση ενός σοσιαλιστικού καθεστώτος που θα αποκαταστήσει την τάξη και θα αναδημιουργήσει την οικονομία της χώρας. Κανένας δεν πρέπει να λέει ότι η επανάσταση θα φέρει την ήττα στον πόλεμο, στου οποίου το νικηφόρο αποτέλεσμα πρέπει να αφιερώσουμε τις μεγαλύτερες προσπάθειες. Έχουμε βάσιμες αιτίες να πιστεύουμε ότι οι “δημοκρατικές” δυνάμεις μηχανορραφούν για να επιβάλουν μια ανακωχή που απορρίπτεται με αγανάκτηση από τους Ισπανούς εργάτες. Καθώς οι επαναστατικές οργανώσεις είναι το κύριο εμπόδιο σε αυτές τις σκοτεινές συμφωνίες, υπάρχει σχέδιο για την εξαφάνισή μας από τη δημόσια ζωή με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Αλλά η εργατική τάξη δε θα επιτρέψει στον εαυτό της να παραπλανηθεί, θα υπερασπιστεί τις κατακτήσεις της και θα καταλάβει την εξουσία με την ίδια ηρωική ορμή με την οποία νίκησε το φασισμό στη Μαδρίτη, στη Βαλένθια και στη Βαρκελώνη στις 19 Ιούλη και έχυσε με γενναιότητα το αίμα της στα πεδία των μαχών, πεπεισμένη ότι μόνο η νικηφόρα προλεταριακή επανάσταση μπορεί να ωθήσει τον πόλεμο μέχρι τις έσχατες συνέπειές του: τη συντριβή του φασισμού και την εγκαθίδρυση του σοσιαλισμού.

ΖΗΤΩ ΟΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ! 

ΖΗΤΩ Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ!



Βαρκελώνη, 12 Μάη 1937
Κεντρική Επιτροπή του POUM

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου